Κυριακή, 3 Ιουνίου 2012

.**ΤΟ ΔΙΑΒΑ ΣΟΥ**


Στα είκοσι έξη έφυγες

παρέα με το πόνο,

τα όνειρα σου γέμισες

βάσανα πίκρες μόνο.

...

Περπάτησες βράδυ-πρωΐ

μ' ένα λυγμό στη πλάτη,

... το παρελθόν ήταν βαρύ

και η καρδιά φαρμάκι.



Πείνασες έτρεξες πολύ

ξυπόλητη στ' αγκάθια,

είναι κανείς ν΄απορεί

πως έγινες κομμάτια.



Ομως κρατήθηκες γερά

φεύγοντας απ' το σπίτι,

και την αυγή χαράματα

κούρνιασες σαν σπουργίτι.



Φθάνεις σε χώρα μακρινή

ο ήλιος πια προβάλει,

η τύχη σου απ' την αρχή

και νηνεμία πάλι.



Γνώρισες πίκρα μια φορά

γέννησες από πάθος,

όμως νομίζω φαεινά

πως ήτανε το λάθος.



Λάθος νομίζεις έκανες

δεν ήξερες να κρίνεις,

το μέλλον σου ανέβαλες

την πόρτα σου δεν κλείνεις.



Εσύ γλυκειά μου ύπαρξη

που γνώρισες τα πάντα,

πίστεψες στην συνύπαρξη

και έπεσες στη φάκα.



Τα όνειρα σου κρέμασες

τα έπαιξες σαν σκάκι,

και την ζωή σου έπνιξες

την γέμισες φαρμάκι.



Ξέρω πως ήθελες πολύ

να ζεις με ευτυχία,

όμως να ξέρεις η ζωή

είναι μια ουτοπία.



Κάπως σε ξέχασαν θαρώ

ακόμα κι οι δικοί σου,

πίκρες σε γέμισαν να πω

στη κρίση της ζωής σου.



Τους φίλους χρειαζόμαστε

στα δύσκολα νομίζω,

την ώρα που φοβόμαστε

«πως φεύγω και γυρίζω».



Γι αυτό σου λέω «Μίκα» μου

διάβασε την ψυχή σου,

πάρτην μαζί σου γλύκα μου

και κάν' την ναι δική σου.



Αυτά θα ήθελα να πω

θα έγραφα ακόμα,

τα δάκρυα μου έτρεξαν

έβρεξαν και το χώμα.



Στη μάνα, στην ηρωΐδα της ζωής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου